share buttons Pinterest Facebook Twitter Google Plus

Οστεοπόρωση : Δείτε πώς ακριβώς επηρεάζει η πάθηση τα οστά και η αντιμετώπιση της!!!

Οστεοπόρωση : Δείτε πώς ακριβώς επηρεάζει η πάθηση τα οστά και η αντιμετώπιση της!!!

Σχετικά με την πρόληψη, τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης.

Τι είναι η οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από τη μειωμένη οστική αντοχή, που οφείλεται σε μείωση της οστικής πυκνότητας και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και τον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων.

Η οστεοπόρωση είναι αρκετά συχνή, με τεράστιες κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις. Περίπου 1 στις 3 γυναίκες ηλικίας άνω των 50 ετών και 1 στους 5 άνδρες θα πάθουν ένα οστεοπορωτικό κάταγμα. Τα οστεοπορωτικά κάταγμα αποτελούν παγκοσμίως τη δεύτερη αιτία σωματικής ανικανότητας και θνητότητας.

Πότε εμφανίζεται η οστεοπόρωση

Στις γυναίκες αρχίζει συνήθως μετά την εμμηνόπαυση. Ωστόσο, χαμηλή οστική μάζα μπορεί να εμφανίσουν και γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση ή ακόμη και παιδιά όταν συνυπάρχουν νοσήματα ή λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν την οστική μάζα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται ότι η οστεοπόρωση αφορά και τους άνδρες. Πολύ γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμφανίζεται στις μεγαλύτερες ηλικίες άνω των 65 ετών, ενώ στις νεότερες ηλικίες σχετίζεται με παθολογικά προβλήματα, κυρίως υπογοναδισμό, είτε με την λήψη φαρμάκων.

Ποια είναι τα συμπτώματα της οστεοπόρωσης

Η οστική απώλεια συμβαίνει σταδιακά και συνήθως δεν υπάρχουν συμπτώματα μέχρι να συμβεί το πρώτο κάταγμα. Τα πιο συχνά οστεοπορωτικά κατάγματα αφορούν τη σπονδυλική στήλη, τα ισχία και τους καρπούς. Από τα οστεοπορωτικά κατάγματα, τα σπονδυλικά κατάγματα έχουν σημαντική θνησιμότητα και νοσηρότητα (πόνο, παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης κ.ά.), ενώ τα κατάγματα του ισχίου αποτελούν την πιο σοβαρή επιπλοκή της οστεοπόρωσης.

Παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση

Υπάρχουν δυο κατηγορίες παραγόντων κινδύνου, οι τροποποιήσιμοι, δηλαδή αυτοί που είναι δυνατό να διορθωθούν από δική μας παρέμβαση, και οι μη τροποποιήσιμοι.

Στους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου ανήκουν οι εξής:

1) Κάπνισμα

2) Χαμηλό σωματικό βάρος (κάτω από 57 kg)

3) Χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου

4) Κατάχρηση αλκοόλ

5) Πρόωρη εμμηνόπαυση (

6) Παρατεταμένη αμηνόρροια (>1 έτος) πριν την εμμηνόπαυση

7) Μειωμένη όραση

8) Επανειλημμένες πτώσεις

9) Ανεπαρκής σωματική άσκηση ή παρατεταμένη ακινητοποίηση

Οι κυριότεροι μη τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου είναι οι εξής:

1) Ηλικία

2) Φύλο

3) Καυκάσια φυλή

4) Ατομικό ιστορικό κατάγματος στην ενήλικη ζωή

5) Ιστορικό κατάγματος σε πρώτου βαθμού συγγενή

6) Εμμηνόπαυση/υστερεκτομή

Επίσης, αρκετές παθήσεις και φάρμακα αποτελούν παράγοντες κινδύνου, καθώς προκαλούν δευτεροπαθή οστεοπόρωση, όπως ο υπερθυρεοειδισμός, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, τα κακοήθη νοσήματα, τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος, οι ρευματικές παθήσεις, τα κορτικοειδή, τα αντιψυχωτικά, τα ανοσοκατασταλτικα κ.ά.

Μέτρα πρόληψης για την οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση περιλαμβάνεται στις παθήσεις για τις οποίες είναι δυνατό σήμερα να εφαρμοστούν μέτρα τόσο πρωτογενούς όσο και δευτερογενούς πρόληψης.

Πρωτογενής πρόληψη

Στην πρωτογενή πρόληψη της οστεοπόρωσης εφαρμόζονται μέτρα που έχουν ως στόχο την εξουδετέρωση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου, ώστε να μην επιτραπεί η ανάπτυξη της πάθησης. Στους στόχους της πρωτογενούς πρόληψης περιλαμβάνονται:

– Η απόκτηση του μέγιστου δυνατού επιπέδου της κορυφαίας οστικής μάζας μέχρι την ηλικία των 25 ετών και η διατήρησή της κατά την ηλικιακή περίοδο των 25-45 ετών.

– Η ελαχιστοποίηση της οστικής απώλειας μετά την ηλικία των 45 ετών.

Για την επίτευξη των στόχων αυτών θα πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για την οστεοπόρωση αλλά και τους μηχανισμούς με τους οποίους αναπτύσσεται η πάθηση, η στρατηγική για την πρωτογενή πρόληψη της οστεοπόρωσης να εφαρμόζεται σε ευρεία κλίμακα, να αρχίζει από την παιδική και εφηβική ηλικία και να περιλαμβάνει:

– Καθημερινή λήψη της απαραίτητης, ανάλογα με το φύλο και την ηλικία, ποσότητας ασβεστίου και βιταμίνης D

– Πρόγραμμα σωματικής άσκησης

– Ρύθμιση της ανεπάρκειας των οιστρογόνων σε περιπτώσεις πρόωρης εμμηνόπαυσης ή παρατεινόμενης αμηνόρροιας

– Διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους

– Αποχή από το κάπνισμα

– Όχι μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών

– Σε παθήσεις που επιβάλλεται η λήψη κορτιζόνης, θα πρέπει με βάση τις οδηγίες του θεράποντος γιατρού το φάρμακο αυτό να λαμβάνεται, αν είναι επιτρεπτό, στη μικρότερη δυνατή δόση και πάντως όχι πάνω από τα 7,5 mg πρεδνιζολόνης ημερησίως. Αν χρειάζεται μεγαλύτερη δόση, τότε θα πρέπει να λαμβάνεται παράλληλα ασβέστιο και βιταμίνη D με βάση τις οδηγίες του θεράποντος γιατρού. Επιπλέον, με βάση τα αποτελέσματα της μέτρησης της οστικής πυκνότητας, ο θεράπων γιατρός θα κρίνει αν στα παραπάνω προληπτικά μέτρα χρειάζεται και η προσθήκη αντιοστεοπορωτικών φαρμάκων που αναστέλλουν την οστική απορρόφηση.

Οι ημερήσιες ανάγκες σε ασβέστιο είναι περίπου 1 γραμμάριο για παιδιά μέχρι 10 ετών και για άνδρες μέχρι 65 ετών, ενώ είναι περίπου 1,5 γραμμάριο για εφήβους, γυναίκες όλων των ηλικιών και άνδρες άνω των 65 ετών. Οι ημερήσιες ανάγκες σε βιταμίνη D είναι 400-800 διεθνείς μονάδες. Το ασβέστιο λαμβάνεται κυρίως με τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Επομένως, είναι χρήσιμο να αναφερθεί η περιεκτικότητα σε ασβέστιο ανά κιλό γαλακτοκομικού προϊόντος: Γάλα αγελάδας 1,2 γραμ. ανά κιλό, γάλα πρόβειο 2,1 γραμ., γιαούρτι 1,7 γραμ., τυρί φέτα 5 γραμ. και τυρί κίτρινο 10-12 γραμμάρια ανά κιλό. Εκτός από τα γαλακτοκομικά προϊόντα, καλές πηγές ασβεστίου είναι τα ψάρια και τα μεταλλικά νερά, ενώ η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, τα εμπλουτισμένα σε βιταμίνη D γαλακτοκομικά προϊόντα και τα παχιά ψάρια αποτελούν καλές πηγές βιταμίνης D.

Το πρόγραμμα σωματικής άσκησης θα πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά για 3-4 ώρες κάθε εβδομάδα και να περιλαμβάνει ασκήσεις που εκτελούνται υπό την επίδραση της βαρύτητας. Τέτοιες ασκήσεις είναι π.χ. το περπάτημα, το ελεγχόμενο τρέξιμο, το τένις, το ανεβοκατέβασμα σκάλας και ο χορός.

Δευτερογενής πρόληψη

Η δευτερογενής πρόληψη της οστεοπόρωσης περιλαμβάνει μέτρα που εφαρμόζονται όταν έχουν ξεκινήσει οι νοσογόνοι παθογενετικοί μηχανισμοί, και στοχεύει πρώτον στην προσυμπτωματική διάγνωση, δηλαδή στη διάγνωση της νόσου πριν παρουσιάσει το πρώτο σύμπτωμα που είναι το κάταγμα, δεύτερον στην εξουδετέρωση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου για οστεοπόρωση και τρίτον στη μη εμφάνιση των κλινικών εκδηλώσεων της πάθησης.

Επομένως, προϋπόθεση δευτερογενούς πρόληψης της οστεοπόρωσης είναι να διαγνωστεί η νόσος σε προκαταγματικό στάδιο, πράγμα που είναι εφικτό με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας και εφόσον τηρούνται οι ενδείξεις για τη χρησιμοποίησή της. Τα μέτρα για τη δευτερογενή πρόληψη της οστεοπόρωσης εμπίπτουν σε εκείνα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπευτική της αντιμετώπιση. Είναι επομένως αυτονόητο ότι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των μέτρων δευτερογενούς πρόληψης για την οστεοπόρωση καθορίζονται από το θεράποντα γιατρό με βάση τα συγκεκριμένα κλινικά δεδομένα κάθε ασθενούς.

ΠΗΓΗ: Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία & Επαγγελματική Ένωση Ρευματολόγων Ελλάδος, Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας

Πηγή

logo